Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη στο notosport.gr και στον Νίκο Κοζομπόλη, ο τερματοφύλακας του Μιλτιάδη, Κώστας Χάμος, ανοίγει την καρδιά του και μιλά για τη φετινή ονειρική χρονιά της ομάδας, την κατάκτηση του Κυπέλλου Μεσσηνίας, τη μεγάλη βραδιά του τελικού απέναντι στον Πανθουριακό και τη δική του πορεία στο ποδόσφαιρο.
Αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο σύλλογος τα προηγούμενα χρόνια, στη σημασία της επιστροφής στο γήπεδο του Πύργου Τριφυλίας, στους ανθρώπους που σημάδεψαν την παρουσία του στον Μιλτιάδη, αλλά και στις φιλίες που δημιούργησε μέσα στα αποδυτήρια.
Παράλληλα, καταθέτει την άποψή του για το επίπεδο της φετινής Γ’ Εθνικής, την πορεία του Πανθουριακού, την άνοδο της Μαύρης Θύελλας στη Super League, αλλά και για την αγαπημένη του ΑΕΛ. Μέσα από μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, μιλά για τα γούρια πριν από τους αγώνες, την ιδιαίτερη σχέση του με την Καλαμάτα, το ποδοσφαιρικό του πρότυπο και φυσικά για τη βραδιά που του χάρισε τον τίτλο του MVP στον τελικό του Κυπέλλου Μεσσηνίας.
Πάμε να δούμε όλα όσα ενδιαφέροντα είπε ο 27χρονος γκολκίπερ με καταγωγή από τη Θεσσαλία.

Πώς ξεκίνησε το ποδοσφαιρικό σου ταξίδι και πώς κατέληξες στη θέση του τερματοφύλακα;
«Ξεκίνησα το ποδόσφαιρο σε ηλικία μόλις 7 ετών στην Ακαδημίου του Προμηθέα Λάρισας, υπό τις οδηγίες του Βαγγέλη Στεφανή. Τα πρώτα μου βήματα τα έκανα ως επιθετικός, όμως η πορεία μου άλλαξε εντελώς τυχαία σε ένα φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Α.Ε.Λ. Εκείνη τη μέρα δεν υπήρχε διαθέσιμος τερματοφύλακας και όταν ο προπονητής μου, κ. Τσιάτσιος, ρώτησε ποιος θέλει να παίξει κάτω από τα δοκάρια, σήκωσα το χέρι χωρίς δεύτερη σκέψη. Η εμφάνισή μου ήταν πολύ καλή και μετά το τέλος του αγώνα μου είπε χαρακτηριστικά πως η θέση μου είναι στο τέρμα. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ουσιαστικά το ταξίδι μου ως τερματοφύλακας.
Σε ηλικία 15 ετών αποχώρησα από τον Προμηθέα και αγωνίστηκα για μία σεζόν στον Έλαφο Αγιάς, στο πρωτάθλημα της Γ’ Τοπικής Θεσσαλίας. Στη συνέχεια μετακινήθηκα στην Ανθούπολη Λάρισας, που τότε συμμετείχε στη Β’ Τοπική και σήμερα αγωνίζεται στη Γ’ Εθνική. Εκεί έμεινα για δύο χρόνια, από τα 16 έως τα 18 μου, αποκτώντας σημαντικές εμπειρίες και παραστάσεις.
Ακολούθησε η παρουσία μου στον Σμόλικα Φαλάνης στην Α’ Τοπική, στο πρώτο μισό της σεζόν 2016-17, πριν συνεχίσω στη Δόξα Βλαχογιαννίου, στην ίδια κατηγορία. Το καλοκαίρι που ακολούθησε ήρθε η μεγάλη πρόκληση με τον Αχιλλέα Φαρσάλων, ο οποίος μόλις είχε εξασφαλίσει την άνοδο στη Γ’ Εθνική. Η πρώτη χρονιά ήταν ιδιαίτερα γεμάτη και ουσιαστική για μένα, γεγονός που μου άνοιξε τον δρόμο για τη μεταγραφή στον Αστέρα Ιτέας.
Στην Ιτέα έζησα μία από τις πιο όμορφες χρονιές της καριέρας μου, καθώς η ομάδα πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία και τερμάτισε στην 3η θέση, σε έναν ιδιαίτερα ανταγωνιστικό όμιλο με ιστορικές ομάδες όπως ο Ολυμπιακός Βόλου και η Νίκη Βόλου.
Το 2019 μετακόμισα στη Μύκονο για λογαριασμό της Άνω Μεράς. Παρότι ήμουν πολύ ευχαριστημένος από το περιβάλλον και τη συνεργασία μου με την ομάδα, ο χρόνος συμμετοχής μου ήταν περιορισμένος, καθώς μπροστά μου υπήρχε ένας πολύ πιο έμπειρος τερματοφύλακας. Έναν χρόνο αργότερα υπέγραψα στον Μολαϊκό, όπου είχα μια γεμάτη χρονιά, αγωνιζόμενος σε όλα τα παιχνίδια της ομάδας.
Το καλοκαίρι του 2021 ήρθε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της πορείας μου, με τη μεταγραφή στον Ηρακλή Λάρισας. Ζήσαμε μια πραγματικά μαγική σεζόν, κατακτώντας το πρωτάθλημα της Γ’ Εθνικής και εξασφαλίζοντας, μέσω των μπαράζ, την άνοδο στη Super League 2.
Η σεζόν 2022-23 ξεκίνησε στην Κω και τον Α.Ο. Πυλίου, ενώ τον Ιανουάριο μετακόμισα στην Κατερίνη για λογαριασμό του Γ.Α.Σ. Σβορώνου. Την επόμενη χρονιά επέστρεψα στην Πελοπόννησο για τον Παναιγιάλειο και το καλοκαίρι που ακολούθησε υπέγραψα στον Μιλτιάδη, συνεχίζοντας το ποδοσφαιρικό μου ταξίδι με την ίδια αγάπη και αφοσίωση για το παιχνίδι.»

Πώς προέκυψε η μεταγραφή σου στον Μιλτιάδη;
«Η πρώτη μου επαφή με τον Μιλτιάδη έγινε μέσω του Βασίλη Αθανασόπουλου, ο οποίος επικοινώνησε με έναν πρώην συμπαίκτη μου στον Μολαϊκό, τον Πιερ Καλαγκάνη. Οι δυο τους υπήρξαν συμπαίκτες στην Καλαμάτα, τόσο στη Β’ όσο και στη Γ’ Εθνική, ενώ διατηρούν μέχρι και σήμερα πολύ καλές σχέσεις και συχνή επικοινωνία.
Η ομάδα αναζητούσε τερματοφύλακα εκείνη την περίοδο και ο Πιερ με πρότεινε. Στη συνέχεια μίλησα με τον κ. Φασουλή, που είχε αναλάβει τότε την τεχνική ηγεσία της ομάδας, και από τον τρόπο που με προσέγγισε, αλλά και από όσα είχα ήδη ακούσει για τον σύλλογο, έγινα από την πρώτη στιγμή ιδιαίτερα θετικός στο ενδεχόμενο να έρθω στον Μιλτιάδη.
Ακολούθησε η επικοινωνία μου με τον πρόεδρο της ομάδας, τον κ. Μιχαλόπουλο, και μέσα σε μία-δύο ημέρες φτάσαμε σε οριστική συμφωνία, αφού από την πρώτη στιγμή υπήρχε πολύ καλό κλίμα στις συζητήσεις μας.»

Πώς θα χαρακτήριζες τα δύο χρόνια παρουσίας σου στον Μιλτιάδη;
«Αυτά τα δύο χρόνια, σε προσωπικό επίπεδο, ίσως είναι οι καλύτερες χρονιές που έχω κάνει μέχρι τώρα, τόσο σε απόδοση όσο και συνολικά στην παρουσία μου στη Γ’ Εθνική. Παράλληλα, το σωματείο εκπέμπει υγεία σε όλα τα επίπεδα. Ο πρόεδρος μάς λύνει όλα τα προβλήματα και θεωρώ πως δεν υπάρχει κανένα παράπονο από κανέναν. Είναι πολύ σημαντικό για έναν ποδοσφαιριστή να βρίσκεται σε ένα υγιές περιβάλλον, με οικογενειακό κλίμα, να αγωνίζεται και να πετυχαίνει τους στόχους που θέτει η ομάδα.
Δόξα τω Θεώ, αυτά τα δύο χρόνια η πορεία μας ήταν θετική. Αν εξαιρέσουμε τον περσινό αποκλεισμό από τον Πανθουριακό στα ημιτελικά του Κυπέλλου Μεσσηνίας, πέρυσι η ομάδα σώθηκε σχετικά εύκολα, χωρίς να κινδυνεύσει σε κανένα σημείο του πρωταθλήματος. Φέτος, τα πράγματα πήγαν ακόμη καλύτερα, καθώς η ομάδα μπήκε στα play off, που ήταν ο πρωταρχικός στόχος, ενώ κατέκτησε και το Κύπελλο, κάτι που επίσης βρισκόταν μέσα στους στόχους μας. Οπότε θεωρώ πως η χρονιά κρίνεται άκρως επιτυχημένη.»
Τι ήταν αυτό που άλλαξε στα play off και η ομάδα δεν είχε την ίδια αποτελεσματικότητα;
«Θεωρώ ότι από τον Γενάρη και μετά η ομάδα έκανε μια κοιλιά, κυρίως στη διάρκεια των play off. Είναι αλήθεια πως το μυαλό μας βρισκόταν περισσότερο στο Κύπελλο, χωρίς αυτό να αποτελεί δικαιολογία, γιατί στο γήπεδο έβγαινε προς τα έξω σαν να είχαμε χαλαρώσει και αυτό μας κόστισε σε αποτελέσματα.
Στον δεύτερο γύρο, από τη στιγμή που βρισκόμασταν σταθερά ψηλά στη βαθμολογία και δεν πέσαμε ποτέ κάτω από την 4η θέση, θεωρήσαμε πως είχαμε ουσιαστικά εξασφαλίσει την παρουσία μας στα play off. Αυτό έφερε μια αδικαιολόγητη χαλάρωση, η οποία επηρέασε την εικόνα μας και συνέβαλε στα αρνητικά αποτελέσματα.
Παράλληλα, όταν ξεκίνησαν τα play off, γνωρίζαμε πως ακόμη κι αν κάναμε το απόλυτο σε νίκες, ήταν μαθηματικά αδύνατο να διεκδικήσουμε μία από τις δύο προνομιούχες θέσεις που οδηγούσαν στα μπαράζ ανόδου, καθώς ο Πύργος, η Ζάκυνθος και ο Παναιγιάλειος είχαν ήδη αποκτήσει σημαντική διαφορά στη βαθμολογία.»

Πόσο δύσκολη ήταν η πρώτη χρονιά του Μιλτιάδη στη Γ’ Εθνική;
«Την πρώτη χρονιά στη Γ’ Εθνική δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ, κυρίως λόγω των συνθηκών που αντιμετωπίζαμε στους Γαργαλιάνους. Δεν είχαμε δικό μας γήπεδο και πολλές φορές κάναμε προπόνηση στο μισό γήπεδο, καθώς την ίδια ώρα προπονούνταν και ο Τέλλος Άγρας. Γενικά, οι γηπεδικές συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες και ο αγωνιστικός χώρος βρισκόταν σε κακή κατάσταση, σε σημείο που πολλές φορές δεν μπορούσες να κάνεις σωστά προπόνηση.
Ήταν δύσκολο και ψυχολογικά, γιατί ήξερες πως και στους αγώνες θα έπρεπε να αγωνιστείς σε έναν τέτοιο χώρο, ενώ πρόβλημα υπήρχε και με τις ώρες των προπονήσεων, καθώς δεν υπήρχε ο κατάλληλος φωτισμός. Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα κατάφερε να ανταπεξέλθει και στο τέλος της περσινής χρονιάς λέγαμε μεταξύ μας πως η μεγάλη μας δύναμη ήταν ουσιαστικά η «έδρα» μας. Αυτές οι δύσκολες συνθήκες λειτούργησαν τελικά υπέρ μας, γιατί εκεί πήραμε πολλούς σημαντικούς βαθμούς και καταφέραμε να μετατρέψουμε αυτή την κατάσταση σε «όπλο» μας, πετυχαίνοντας την παραμονή.
Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, η διοίκηση ήταν συνεχώς δίπλα μας και προσπαθούσε να λύνει κάθε πρόβλημα που παρουσιαζόταν, κάτι που έπαιξε σημαντικό ρόλο ώστε η ομάδα να παραμείνει ενωμένη και ανταγωνιστική.»
Πώς ήρθε η ανανέωση της συνεργασίας σου με τον Μιλτιάδη πέρυσι;
«Μετά το τέλος της περσινής χρονιάς είχαμε πάνω από έναν μήνα ξεκούρασης και στις αρχές Ιουνίου ξεκίνησαν οι επαφές με τον πρόεδρο. Από την πλευρά μου ήθελα να παραμείνω στην ομάδα, γιατί μου άρεσε το κλίμα, είχα μια καλή χρονιά και παράλληλα η ομάδα είχε πετύχει τους στόχους της.
Η ανανέωση δεν άργησε να έρθει, καθώς υπήρχε θετική διάθεση και από τις δύο πλευρές. Με ένα τηλεφώνημα συμφωνήσαμε πολύ γρήγορα, μέσα σε λίγα λεπτά.»
Ποια είναι η άποψή σου για τους προπονητές με τους οποίους συνεργάστηκες στον Μιλτιάδη;
«Ο κ. Φασουλής είναι ένας καταξιωμένος Μεσσήνιος προπονητής, που βοήθησε σημαντικά την ομάδα σε μια ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο. Είχε πολύ δύσκολο έργο να διαχειριστεί, καθώς ο Μιλτιάδης ήταν πρωτάρης στη Γ’ Εθνική, έγιναν πολλές μεταγραφές και έπρεπε σε σύντομο χρονικό διάστημα να «δέσει» ένα εντελώς νέο σύνολο.
Ξεκινήσαμε πολύ καλά τη χρονιά, μέσα από μια απαιτητική προετοιμασία με καθημερινές προπονήσεις, κάτι που δεν είναι εύκολο να αντέξεις σε επίπεδο Γ’ Εθνικής. Παρ’ όλα αυτά, παρουσιάσαμε πολύ καλή εικόνα και στις πρώτες αγωνιστικές βρισκόμασταν στις υψηλές θέσεις της βαθμολογίας. Όταν αποχώρησε μετά την 5η αγωνιστική, ήμασταν τρίτοι και σίγουρα είχε βάλει κι εκείνος το δικό του «λιθαράκι» στην πορεία της ομάδας.
Στη συνέχεια ήρθε ο κ. Μαγκαφίνης, ο οποίος άρχισε να δουλεύει την ομάδα και να προσθέτει πολλά δικά του στοιχεία στο παιχνίδι μας. Παράλληλα, η ομάδα του Βλαχόπουλου μάς είχε παραχωρήσει το γήπεδο για προπονήσεις, οπότε οι συνθήκες ήταν σαφώς καλύτερες σε σχέση με αυτές που αντιμετωπίζαμε στους Γαργαλιάνους και αυτό βοήθησε σημαντικά στην καθημερινή δουλειά.
Η ομάδα άρχισε σταδιακά να αποκτά αγωνιστική ταυτότητα και, σε συνδυασμό με τα θετικά αποτελέσματα που ήρθαν, δημιουργήθηκε ένα πολύ καλύτερο κλίμα. Θεωρώ πως δούλευε σε πιο επαγγελματικά πρότυπα και φυσικά βοήθησε κι εκείνος σημαντικά στην περσινή πορεία της ομάδας.
Ολοκληρώσαμε τη χρονιά με τον κ. Φωτόπουλο, ο οποίος μαζί με τον κ. Φασουλή ήταν εκείνοι που είχαν ανεβάσει τον Μιλτιάδη μέσω της διαδικασίας των μπαράζ στη Γ’ Εθνική. Ήταν μια ακόμη αλλαγή μέσα στη σεζόν, όμως πρόκειται για έναν πάρα πολύ καλό άνθρωπο, που ήξερε πώς να διαχειρίζεται τα αποδυτήρια και να διαμορφώνει ένα καλό κλίμα μέσα στην ομάδα.
Εκείνη την περίοδο προερχόμασταν από την ήττα απέναντι στον Απόλλωνα Ευπαλίου και υπήρχε μια περίεργη ατμόσφαιρα. Ο κ. Φωτόπουλος βοήθησε πολύ κυρίως στο ψυχολογικό κομμάτι και σε θέματα που αφορούσαν τα αποδυτήρια και τη συνοχή της ομάδας, κάτι που ήταν ιδιαίτερα σημαντικό εκείνη τη στιγμή. Με τη δουλειά και τη διαχείρισή του βοήθησε κι εκείνος από την πλευρά του ώστε να πάρουμε τα αποτελέσματα που χρειαζόμασταν και τελικά να πετύχουμε τον στόχο της παραμονής.»

Πόσο σημαντική ήταν η επιστροφή του Μιλτιάδη στο γήπεδο του Πύργου Τριφυλίας;
«Πέρυσι το καλοκαίρι ο πρόεδρος ξόδεψε πολλά προσωπικά χρήματα, ώστε να φτιαχτεί επιτέλους το γήπεδο στον Πύργο Τριφυλίας και ευτυχώς το έργο ολοκληρώθηκε. Από τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου μπήκαμε πλέον στο γήπεδο για προπονήσεις και πραγματικά μας «έλυσε τα πόδια».
Πρόκειται για ένα γήπεδο-«στολίδι», στο οποίο μπορείς να προπονηθείς σωστά και συγκεντρωμένα, έχοντας όλες τις κατάλληλες συνθήκες και τον απαραίτητο εξοπλισμό, χωρίς να χρειάζεται να μεταφέρεις πράγματα συνεχώς από εδώ και από εκεί. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει, γιατί μια ομάδα πρέπει να αγωνίζεται και να δουλεύει στο δικό της γήπεδο και όχι να μετακινείται συνεχώς. Αν δεν ήταν ο κ. Μιχαλόπουλος, θεωρώ πως δύσκολα θα είχε προχωρήσει και ολοκληρωθεί όλη αυτή η προσπάθεια.»
Τι άλλαξε για την ομάδα με την επιστροφή στη φυσική της έδρα;
«Στο πρώτο παιχνίδι στο νέο γήπεδο, απέναντι στον Ερμή Μελιγούς, καταλάβαμε μετά από χρόνια πως η ομάδα αποκτούσε ξανά τη δική της έδρα και μια διαφορετική δυναμική. Ήταν μια πολύ δύσκολη μέρα, με έντονη βροχή και δυνατό αέρα, όμως παρ’ όλες τις αντίξοες καιρικές συνθήκες ο κόσμος έδωσε το παρών, μας στήριξε και βοήθησε σημαντικά.
Από εκείνο το παιχνίδι νιώσαμε πως αυτό το γήπεδο θα αποτελέσει μεγάλη δύναμη για την ομάδα, τόσο στις υπόλοιπες αγωνιστικές της χρονιάς όσο και τα επόμενα χρόνια. Για αυτό θεωρώ πως ήταν πολύ σημαντικό το γεγονός ότι επιστρέψαμε στη φυσική μας έδρα.»

Τι έφερε ο κ. Χαλιλάι στον Μιλτιάδη από τη στιγμή που ανέλαβε την ομάδα;
«Η πρώτη επαφή με τον κ. Χαλιλάι έγινε το καλοκαίρι, αφού πρώτα συμφωνήσαμε με τον πρόεδρο για την επέκταση της συνεργασίας μας. Θεωρώ πως βοήθησε πάρα πολύ την ομάδα και δούλεψε σε εξαιρετικά επαγγελματικά πρότυπα καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς.
Πήγαμε για προετοιμασία στο Καρπενήσι για 15 ημέρες, η ομάδα μάς παρείχε εξοπλισμό που δύσκολα συναντάς σε επίπεδο Γ’ Εθνικής, όπως GPS και άλλα μέσα. Γενικά έγινε πολύ καλή δουλειά σε όλους τους τομείς και αυτό φάνηκε και μέσα από τα αποτελέσματα που είχαμε στη διάρκεια της σεζόν.
Καταφέραμε να υλοποιήσουμε τους στόχους μας και φυσικά ο κ. Χαλιλάι έχει μεγάλο μερίδιο στην επιτυχία και σε όσα πέτυχε η ομάδα φέτος.»
Θα σε δούμε και τη νέα σεζόν να υπερασπίζεσαι την εστία του Μιλτιάδη;
«Προς το παρόν ξεκούραση. Σύντομα θα ξεκινήσουν οι επαφές και πιστεύω πως όλα θα έχουν αίσιο τέλος.»
Πώς σου αρέσει να αξιοποιείς τον ελεύθερο σου χρόνο;
«Στον ελεύθερο χρόνο μου, ειδικά τώρα το καλοκαίρι, μου αρέσει να κάνω βόλτες με την παρέα μου και να περνάω όμορφες στιγμές με τους φίλους και τους δικούς μου ανθρώπους. Είναι εκείνοι που μου δίνουν δύναμη και με στηρίζουν, κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό.
Παράλληλα, το καλοκαίρι με βρίσκει κυρίως στο γήπεδο και στο γυμναστήριο, ώστε να είμαι όσο το δυνατόν πιο έτοιμος ενόψει των υποχρεώσεων της νέας χρονιάς. Μου αρέσει επίσης πολύ να παίζω μπάσκετ, ενώ στον ελεύθερο χρόνο μου βλέπω και σειρές. Η τελευταία σειρά που είδα και μου άρεσε ήταν το Squid Game (Το παιχνίδι του καλαμαριού).»

Πώς είναι η συνεργασία σου με τον προπονητή τερματοφυλάκων κ. Κατσαρέα;
«Ο κ. Κατσαρέας, από πέρυσι που συνεργαζόμαστε, έχει βοηθήσει πάρα πολύ με τη δουλειά του και σίγουρα του αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Η προσφορά του όμως δεν περιορίζεται μόνο στο ποδοσφαιρικό κομμάτι, αλλά και στο ανθρώπινο. Όποτε τον χρειαστείς και τον πάρεις τηλέφωνο, θα είναι πάντα εκεί για να σε βοηθήσει, να σε εμψυχώσει και να σου δώσει δύναμη.
Θεωρώ πως αυτό είναι εξίσου σημαντικό, ίσως ακόμη περισσότερο από το αγωνιστικό σκέλος. Είναι σημαντικό για έναν τερματοφύλακα να έχει έναν προπονητή με τον οποίο μπορεί να μιλήσει ανοιχτά και να τον βοηθήσει και ψυχολογικά. Φυσικά, η δουλειά του φαίνεται και μέσα στο γήπεδο, γιατί καθρέφτης όλων είναι η προπόνηση και αυτό αποτυπώνεται στους αγώνες.
Πιστεύω πως έχουμε δουλέψει πάρα πολύ καλά μαζί και θεωρώ ότι έχει παίξει κι εκείνος σημαντικό ρόλο στην εικόνα της ομάδας.»
Πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει καλό κλίμα και εμπιστοσύνη ανάμεσα στους τερματοφύλακες;
«Και ο Πέτρος Παγκράτης και ο Τάσος Κωνσταντακόπουλος, με τον οποίο ήμασταν μαζί πέρυσι, είναι δύο πάρα πολύ καλοί τερματοφύλακες. Δουλέψαμε εξαιρετικά μεταξύ μας, με πολύ καλό κλίμα και χωρίς ποτέ να δημιουργηθούν προβλήματα ή εντάσεις.
Ανεξάρτητα από το ποιος αγωνιζόταν κάθε φορά, δεν υπήρχε γκρίνια ή κακή σκέψη απέναντι στον άλλον, ούτε να εύχεται κάποιος να κάνει λάθος ο συμπαίκτης του μέσα στο παιχνίδι. Αντίθετα, είχαμε ένα οικογενειακό κλίμα, με τον χαβαλέ μας και άριστη συνεργασία σε όλα τα επίπεδα.
Θεωρώ πως είναι πολύ σημαντικό για έναν τερματοφύλακα που ξεκινάει βασικός να νιώθει και τη στήριξη του συμπαίκτη του που βρίσκεται στον πάγκο, γιατί μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει σωστά μια ομάδα και ειδικά η θέση του τερματοφύλακα.»

Πόσο μεγάλη «πληγή» ήταν για εσάς ο περσινός αποκλεισμός και πόσο σας πείσμωσε για να κατακτήσετε φέτος το Κύπελλο;
«Πέρυσι νιώσαμε πολύ μεγάλη απογοήτευση που αποκλειστήκαμε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Μεσσηνίας από τον Πανθουριακό. Δεν ήμασταν καθόλου καλοί σε κανένα από τα δύο παιχνίδια και δίκαια μείναμε εκτός τελικού.
Φέτος, από την αρχή της χρονιάς, λέγαμε πως έπρεπε να κατακτήσουμε το τρόπαιο πάση θυσία, γιατί ήταν ένας από τους μεγάλους στόχους της ομάδας. Ο Μιλτιάδης είχε να πάρει το Κύπελλο 19 χρόνια και αυτό το σκεφτόμασταν όλοι συνεχώς. Φυσικά, είχαμε στο μυαλό μας και την πορεία στο πρωτάθλημα, να μπούμε στα play off και να παρουσιαστούμε ανταγωνιστικοί, όμως το Κύπελλο βρισκόταν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μας.
Όταν ολοκληρώθηκε το πρωτάθλημα, είπαμε μεταξύ μας πως αυτή ήταν η χρονιά που το Κύπελλο έπρεπε να έρθει στον Πύργο Τριφυλίας. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία και δεν το κρύβουμε πως υπήρχε πίεση και άγχος. Όταν μια ομάδα έχει να κατακτήσει ένα τρόπαιο τόσα χρόνια και όλοι το θέλουν τόσο πολύ, είναι λογικό να υπάρχει πίεση.
Θεωρώ όμως πως στον τελικό ήμασταν αυτοί που έπρεπε και καταφέραμε να πετύχουμε τον στόχο μας. Προσωπικά είμαι πολύ χαρούμενος για αυτή την επιτυχία.»

Πόσο έντονα έζησες τον φετινό τελικό του Κυπέλλου Μεσσηνίας;
«Την ημέρα του αγώνα είχα πάρα πολύ άγχος, γιατί ήθελα το Κύπελλο σαν τρελός, κακά τα ψέματα. Πάνω απ’ όλα ήθελα να το κατακτήσουμε για τον πρόεδρό μας, γιατί ξέρω πόσο πολύ το ήθελε όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκεται στην ομάδα. Το ίδιο και για τον κόσμο μας, που σε κάθε παιχνίδι είναι δίπλα μας, μας στηρίζει και θεωρώ πως του δώσαμε τεράστια χαρά με αυτή την επιτυχία.
Τόσο στην τελευταία προπόνηση όσο και την ημέρα του αγώνα, το άγχος ήταν πολύ μεγάλο. Ήταν από τα παιχνίδια που θυμάμαι να τα σκέφτομαι συνεχώς και να τα ζω πολύ έντονα. Γι’ αυτό είμαι πάρα πολύ χαρούμενος που κατάφερα κι εγώ να βοηθήσω, ώστε η ομάδα να κατακτήσει αυτό το τρόπαιο.»
Υπάρχει κάποιο μυστικό ή κάποια ιδιαίτερη ψυχολογία πίσω από την αποτελεσματικότητά σου στα πέναλτι;
«Στην προπόνηση της Τρίτης πριν από τον τελικό, όταν εκτελούσαμε πέναλτι, θυμάμαι πως είχα αποκρούσει 7-8 εκτελέσεις. Στο τέλος της προπόνησης είχα πει στον συμπαίκτη μου, τον Αποστόλη Στρέμπα, πως αν ο αγώνας οδηγηθεί στα πέναλτι να μη φοβάται τίποτα και να το αφήσει πάνω μου.
Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο τρικ για τη διαδικασία των πέναλτι. Περισσότερο πιστεύω πως παίζουν ρόλο το ένστικτο και η ψυχολογία που δημιουργώ μόνος μου εκείνη τη στιγμή. Έχει τύχει στο παρελθόν να κατακτήσω ακόμη ένα Κύπελλο και ένα Σούπερ Καπ μέσα από τη διαδικασία των πέναλτι, οπότε πιστεύω πολύ στον εαυτό μου σε αυτό το κομμάτι.
Όταν λοιπόν ο τελικός οδηγήθηκε στα πέναλτι, ένιωθα μέσα μου πολύ σίγουρος και συγκεντρωμένος ότι θα καταφέρω να βοηθήσω την ομάδα μου όσο περισσότερο μπορούσα, όπως και έγινε.»
Η επέμβαση στο 90+5’ και οι αποκρούσεις στα πέναλτι σου χάρισαν και τον τίτλο του MVP. Πώς βίωσες αυτή τη μεγάλη προσωπική βραδιά;
«Θεωρώ ότι η απόκρουση που κάνω στο 90+5’ της παράτασης, στην κεφαλιά του Σταύρου Αγγελή, ήταν ουσιαστικά η φάση που έκρινε όλο το παιχνίδι. Από εκείνη τη στιγμή πίστεψα πολύ μέσα μου πως το τρόπαιο θα γίνει δικό μας, γιατί πρόκειται για μια πάρα πολύ δύσκολη επέμβαση, σε μια κεφαλιά που, όπως λέμε και στην ποδοσφαιρική γλώσσα, δεν βγαίνει.
Μετά από εκείνη τη φάση θεωρώ πως το πιστέψαμε όλοι ακόμη περισσότερο, κι εγώ προσωπικά ένιωθα πλέον πολύ μεγάλη σιγουριά. Στη συνέχεια, απέκρουσα και τα τρία πέναλτι στη διαδικασία, γεγονός που μου χάρισε και το βραβείο του MVP, κάτι που με έκανε ιδιαίτερα χαρούμενο.»
Πώς θα χαρακτήριζες το επίπεδο και τον ανταγωνισμό του φετινού πρωταθλήματος;
«Ήταν ένα πολύ δυνατό και ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα και στα play off. Η Ζάκυνθος, που προερχόταν από τον όμιλό μας, κατάφερε να πάρει την άνοδο στη Super League 2, ενώ όλοι περιμένουμε πλέον την εκδίκαση της υπόθεσης για το δεύτερο εισιτήριο, με τον Πύργο και τον Άρη Πετρούπολης να διεκδικούν την άνοδο. Ο Πύργος, η Ζάκυνθος και ο Παναιγιάλειος ήταν ομάδες που πραγματικά ξεχώρισαν μέσα στη χρονιά, παρουσιάζοντας σταθερότητα και ποιότητα στο παιχνίδι τους.
Από εκεί και πέρα, και η Κόρινθος, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπισε, έδειξε ότι ήταν ένα πολύ καλό σύνολο και δίκαια τερμάτισε στην τέταρτη θέση. Γενικά ήταν ένα πρωτάθλημα με δύσκολες έδρες και ιστορικές ομάδες. Η Παναχαϊκή, ένα πολύ μεγάλο μέγεθος για την κατηγορία, βρέθηκε στα play out, γεγονός που δείχνει το επίπεδο και τις ισορροπίες του ομίλου. Ακόμα και ο Ερμής Μελιγούς, παρότι υποβιβάστηκε, ήταν μια ιδιαίτερα δυσκολοκατάβλητη ομάδα, που δεν ήταν εύκολο να την κερδίσεις ή να διασπάσεις την άμυνά της. Το ίδιο ισχύει και για τη Θύελλα Πατρών, η οποία έδινε μάχη για τη σωτηρία μέχρι την τελευταία στιγμή και είχε μια από τις πιο δύσκολες έδρες του πρωταθλήματος.
Η ομάδα που προσωπικά μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το Λουτράκι. Σε όλη τη διάρκεια της χρονιάς μου άρεσε πολύ σαν σύνολο, έπαιζε καλό ποδόσφαιρο και θεωρώ πως αρκετός κόσμος περίμενε να βρίσκεται στα play off. Τελικά δεν τα κατάφερε και οδηγήθηκε στα play out, κάτι που πιστεύω πως ξάφνιασε πολλούς, αν αναλογιστεί κανείς την εικόνα που παρουσίαζε μέσα στη σεζόν.
Για μένα, πάντως, δίκαια ο Πύργος κατέκτησε την πρώτη θέση, καθώς ήταν η πιο ολοκληρωμένη και σταθερή ομάδα του πρωταθλήματος. Από κοντά και ο Παναιγιάλειος, που έπαιξε πολύ ωραίο ποδόσφαιρο, αλλά θεωρώ πως σε αρκετά σημεία αδίκησε τον ίδιο του τον εαυτό και θα μπορούσε να έχει πετύχει ακόμα περισσότερα.»
Αγωνίστηκες σε 18 παιχνίδια και κράτησες ανέπαφη την εστία σου στα 10. Πόσο ικανοποιημένος είσαι από τη φετινή σου παρουσία;
«Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί αισθάνομαι ότι βοήθησα την ομάδα μου όσο περισσότερο μπορούσα, κάνοντας τις επεμβάσεις που έπρεπε στους αγώνες και βάζοντας κι εγώ το δικό μου λιθαράκι σε αυτή την πορεία. Βέβαια, αυτό είναι αποτέλεσμα συνολικής δουλειάς. Οι συμπαίκτες μου, ιδιαίτερα η αμυντική γραμμή, είχαν πολύ σημαντική συμβολή, ενώ και η δουλειά που κάναμε καθημερινά με το τεχνικό επιτελείο βγήκε μέσα στο γήπεδο και αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα.»

Θεωρείς πως η επικράτηση στον τελικό λειτούργησε και σαν μια άτυπη «απάντηση» μετά τις προηγούμενες ήττες από τον Πανθουριακό;
«Η κατάκτηση του Κυπέλλου απέναντι στον Πανθουριακό είχε ιδιαίτερη σημασία για εμάς, γιατί προερχόμασταν από τέσσερις συνεχόμενες ήττες στα προηγούμενα παιχνίδια που είχαμε δώσει μεταξύ μας. Αυτό ήταν κάτι που μας είχε επηρεάσει ψυχολογικά και, όσο κι αν προσπαθείς να το διαχειριστείς, όταν αντιμετωπίζεις ξανά στον τελικό μια ομάδα από την οποία έχεις χάσει τόσες φορές, δεν μπαίνεις στο γήπεδο με την καλύτερη δυνατή ψυχολογία. Ήταν κάτι που το σκεφτόμασταν όλοι και δεν υπάρχει λόγος να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.
Παρόλα αυτά, δείξαμε χαρακτήρα και καταφέραμε, έστω και μέσα από τη διαδικασία των πέναλτι, να πάρουμε μια μεγάλη νίκη και μαζί μια άτυπη ρεβάνς για τις προηγούμενες ήττες. Αυτό έκανε την επιτυχία ακόμα πιο σημαντική και μας έδωσε τεράστια ικανοποίηση.»
Πώς είδες τη φετινή πορεία του Πανθουριακού στη Γ’ Εθνική;
«Προσωπικά θεωρώ πως η πορεία του Πανθουριακού στη Γ’ Εθνική ήταν άκρως επιτυχημένη. Από την αρχή της χρονιάς πίστευα ότι δεν θα κινδύνευε με υποβιβασμό, γιατί πρόκειται για μια πάρα πολύ καλή ομάδα, με τον κ. Σακελλαρόπουλο να κάνει εξαιρετική δουλειά. Μπορεί να διαθέτει σχετικά μικρό μπάτζετ, όμως κατάφερε να παρουσιάσει ένα πολύ ανταγωνιστικό σύνολο μέσα στη σεζόν.
Η αλήθεια είναι πως δεν ξεκίνησε καλά το πρωτάθλημα, όμως μετά τη νίκη που πέτυχε απέναντί μας στους Γαργαλιάνους ήταν σαν να γύρισε ο διακόπτης. Από εκείνο το σημείο και μετά ανέβασε σημαντικά την απόδοσή της και έφτασε να διεκδικεί μέχρι τέλους την είσοδο στα play off, χάνοντάς την τελικά για έναν μόλις βαθμό. Παρά το γεγονός ότι δεν κατέκτησε το Κύπελλο, για μένα η χρονιά της μόνο πετυχημένη μπορεί να χαρακτηριστεί και αξίζουν σε όλους πολλά μπράβο και συγχαρητήρια για την προσπάθεια και την εικόνα που παρουσίασαν.»
Πόσο σημαντικό θεωρείς ότι είναι για τη Μεσσηνία να εκπροσωπείται από τρεις ομάδες στη Γ’ Εθνική;
«Τα τελευταία δύο χρόνια που βρίσκομαι στη Μεσσηνία παρακολουθώ αρκετά συχνά αγώνες των τοπικών πρωταθλημάτων και θεωρώ πως είναι πολύ σημαντικό για τον νομό να υπάρχουν τρεις ομάδες στη Γ’ Εθνική. Αυτό από μόνο του αποτελεί μεγάλη επιτυχία για το μεσσηνιακό ποδόσφαιρο και μακάρι τη μεθεπόμενη χρονιά να γίνουν ακόμη και τέσσερις, εφόσον οι υπάρχουσες ομάδες καταφέρουν να παραμείνουν στην κατηγορία και ο πρωταθλητής της Α’ Τοπικής πάρει την άνοδο μέσα από τα μπαράζ που επιστρέφουν από τη νέα σεζόν.
Πιστεύω πως οι άνθρωποι του ποδοσφαίρου στη Μεσσηνία θα πρέπει να επενδύσουν ακόμη περισσότερο στις υποδομές και στα νεαρά παιδιά της περιοχής. Υπάρχει ταλέντο και είναι σημαντικό να δοθούν περισσότερες ευκαιρίες ώστε να αναδειχθούν ποδοσφαιριστές από τον τόπο. Ίσως αυτό να είναι ένα κομμάτι που χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή, καθώς κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει η ενασχόληση που θα έπρεπε, κάτι που συμβαίνει γενικότερα σχεδόν σε όλη την Ελλάδα. Αν όμως υπάρξει περισσότερη επένδυση και σωστή δουλειά, μόνο κέρδος μπορεί να φέρει αυτό για το μεσσηνιακό ποδόσφαιρο στο μέλλον.
Μέσα από την καρδιά μου εύχομαι τόσο στον Πανθουριακό όσο και στον Τέλλο Άγρα τα καλύτερα, να πετύχουν τους στόχους τους και να καταφέρουν να παραμείνουν στη Γ’ Εθνική.»

Υπάρχουν συμπαίκτες που ξεχώρισες περισσότερο σε ανθρώπινο επίπεδο όλα αυτά τα χρόνια;
«Ο καλύτερος συμπαίκτης για μένα, με διαφορά, είναι ο Κώστας Ηλιόπουλος. Από την πρώτη στιγμή που ήρθα στην ομάδα με πήρε πραγματικά από το χέρι, με έβαλε στο σπίτι του, γνώρισα την οικογένειά του και από τότε έχουμε αναπτύξει μια πολύ δυνατή σχέση. Βγαίνουμε συχνά μαζί και είναι ένας άνθρωπος που έχω ξεκάθαρα μέσα στην καρδιά μου. Πιστεύω πως, ό,τι κι αν γίνει στο μέλλον, δεν πρόκειται ποτέ να χαθούμε, γιατί στο τέλος αυτό που μένει από το ποδόσφαιρο είναι οι φιλίες που δημιουργείς.
Ένας ακόμη άνθρωπος που έχω επίσης πολύ μέσα στην καρδιά μου είναι ο Τάσος Καντούτσης. Με είχε σαν παιδί του και ήταν πάντα δίπλα μου, ειδικά σε δύσκολες στιγμές που μπορεί να πέρασα, βοηθώντας με σε όλα. Το ίδιο ισχύει και για τον Βασίλη Θώδη, με τον οποίο κάνουμε πολύ παρέα και τον θεωρώ έναν από τους πιο αγαπημένους μου συμπαίκτες. Τον ευχαριστώ πραγματικά για τη στήριξη και τη συμπεριφορά του απέναντί μου.
Γενικά θεωρώ πως αυτά τα δύο χρόνια έχω δημιουργήσει πολύ όμορφες φιλίες μέσα στην ομάδα. Με όλα τα παιδιά θα βγω για καφέ, φαγητό ή ποτό, γιατί είναι εξαιρετικοί χαρακτήρες και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από το κλίμα που υπάρχει στα αποδυτήρια. Απλώς αυτοί οι τρεις άνθρωποι ήταν εκείνοι που από την πρώτη στιγμή με πήραν πιο κοντά τους και με βοήθησαν σε όλα, κάνοντάς με να νιώσω πραγματικά μέλος της ομάδας και της οικογένειάς της.»
Ποιος είναι ο μεγαλύτερος «χαβαλετζής» μέσα στα αποδυτήρια του Μιλτιάδη;
«Με διαφορά ο μεγαλύτερος πλακατζής της ομάδας είναι ο Κώστας Ηλιόπουλος. Είναι πραγματικά η ψυχή των αποδυτηρίων, ο άνθρωπος που ακόμη και στις πιο δύσκολες και «μαύρες» στιγμές μετά από μια ήττα θα βγει μπροστά για να κάνει τον χαβαλέ, να σπάσει τον πάγο και να αλλάξει το κλίμα. Όταν λείπει από τα αποδυτήρια υπάρχει μια κατήφεια, γιατί η παρουσία του είναι πολύ σημαντική για όλους. Είναι αρχηγός όχι μόνο μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, αλλά και έξω από αυτές.
Ένας ακόμη άνθρωπος που για μένα αποτελεί ζωντανή ιστορία του Μιλτιάδη είναι ο Βασίλης Αθανασόπουλος. Ήταν εκείνος που έκανε την πρώτη επαφή για να έρθω στην ομάδα και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο ώστε να βρίσκομαι εδώ σήμερα. Η παρουσία του ήταν κομβική τόσο για την ομάδα όσο και για τα αποδυτήρια και όταν αποχώρησε τον Γενάρη άφησε μια πικρία σε όλους μας, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που είχε προσφέρει πολλά και είχε ιδιαίτερη θέση μέσα στην καθημερινότητα της ομάδας.»

Πώς είναι η ζωή στην Καλαμάτα για έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει στη Λάρισα;
«Η ζωή στην Καλαμάτα είναι πραγματικά πολύ όμορφη και αυτό που τη διαφοροποιεί περισσότερο σε σχέση με τη Λάρισα είναι φυσικά η θάλασσα. Εδώ μπορείς πολύ εύκολα, μέσα σε λίγα μόλις λεπτά, να βρεθείς στην παραλία, να πιεις τον καφέ ή το τσίπουρό σου και να κάνεις το μπάνιο σου, κάτι που σίγουρα λείπει από τη Λάρισα. Αυτή η καθημερινή επαφή με τη θάλασσα και η γενικότερη ποιότητα ζωής κάνουν την πόλη ξεχωριστή και ιδιαίτερα ευχάριστη για κάποιον που ζει εδώ.
Η Καλαμάτα έχει πάρα πολλά όμορφα μέρη να επισκεφθείς και οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα φιλόξενοι, κάτι που το καταλαβαίνεις από την πρώτη στιγμή. Θεωρώ πως είναι ιδανικός συνδυασμός να αγωνίζεσαι σε μια ομάδα και παράλληλα να ζεις σε μια πόλη σαν την Καλαμάτα. Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος που θα έρθει εδώ και θα πει ότι δεν του αρέσει, γιατί πραγματικά είναι μια πόλη που σου προσφέρει ποιότητα ζωής και σε κερδίζει εύκολα.
Προσωπικά μου αρέσει πάρα πολύ και σίγουρα δεν θα έλεγα όχι στο ενδεχόμενο να μείνω μόνιμα εδώ στο μέλλον. Βέβαια, είναι μια δύσκολη απάντηση, γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που με συνδέουν με τον τόπο καταγωγής μου, όμως η αλήθεια είναι πως η Καλαμάτα είναι μια πόλη που σε κάνει πολύ εύκολα να δεθείς μαζί της.»
Τι σημαίνει για τον Μιλτιάδη η παρουσία του κ. Γαλάνη;
«Ο κ. Παναγιώτης Γαλάνης είναι για μένα ο αφανής ήρωας του Μιλτιάδη. Είναι ένας άνθρωπος που όλοι στην ομάδα τον αγαπούν και τον εκτιμούν, γιατί βοηθάει τα μέγιστα σε κάθε επίπεδο. Όποια ώρα κι αν τον πάρεις τηλέφωνο, θα είναι πάντα διαθέσιμος για όλους, προσπαθώντας καθημερινά να λύσει όσο το δυνατόν περισσότερα προβλήματα μπορεί να προκύψουν μέσα στην ομάδα.
Ειλικρινά χάρηκα πάρα πολύ και για εκείνον με την κατάκτηση του Κυπέλλου, γιατί γνωρίζω πόσο πολύ το ήθελε και πόσο σημαντικό ήταν για τον ίδιο. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τον Μιλτιάδη ίσως περισσότερο από όλους και αυτή η αγάπη φαίνεται συνεχώς μέσα από την παρουσία, την προσφορά και την αφοσίωσή του στην ομάδα.»
Ποια είναι η άποψή σου για τη φετινή άνοδο της Μαύρης Θύελλας στη Super League;
«Και πέρυσι αλλά και φέτος έχω παρακολουθήσει αρκετά παιχνίδια της Μαύρης Θύελλας και θεωρώ πως άξιζε την άνοδο στη Super League από την προηγούμενη κιόλας χρονιά, ανεξάρτητα από το τι συνέβη στο τελευταίο λεπτό με την Κηφισιά και χάθηκε τότε ο στόχος.
Φέτος πιστεύω πως είχε ακόμη καλύτερη ομάδα, πιο πλήρες σύνολο και δικαιωματικά πέτυχε την άνοδο. Το άξιζε και με το παραπάνω μέσα από την εικόνα και τη συνολική της πορεία στο πρωτάθλημα. Εύχομαι πραγματικά η ομάδα να καταφέρει να παραμείνει στα μεγάλα σαλόνια, γιατί το αξίζει τόσο ο σύλλογος όσο και ο κόσμος του.
Η στήριξη του κόσμου είναι πάρα πολύ σημαντική και θεωρώ βέβαιο πως θα συνεχίσει να βρίσκεται δίπλα στην ομάδα, όπως κάνει όλα αυτά τα χρόνια, γιατί η Καλαμάτα έχει αποδείξει ότι διαθέτει από τους πιο δυνατούς και πιστούς φιλάθλους.»
Πώς βίωσες ως φίλος της ΑΕΛ τον φετινό υποβιβασμό της ομάδας;
«Η ΑΕΛ δυστυχώς δεν κατάφερε να πετύχει τον στόχο της τη φετινή σεζόν και οδηγήθηκε σε έναν ακόμη υποβιβασμό, κάτι που πονάει όλους όσοι γνωρίζουν το μέγεθος και την ιστορία αυτού του τεράστιου συλλόγου. Μιλάμε για μια ομάδα με πρωτάθλημα, Κύπελλο και ευρωπαϊκές συμμετοχές, που έχει βαριά φανέλα και έναν κόσμο ο οποίος δεν την έχει αφήσει ποτέ μόνη της. Ακόμη και στις δύσκολες στιγμές, το γήπεδο ήταν γεμάτο και η στήριξη του κόσμου παρέμεινε συγκλονιστική.
Θεωρώ όμως πως για ακόμη μία φορά έγιναν αρκετά λάθη, κυρίως στον σχεδιασμό του ρόστερ και γενικότερα στον τρόπο που επενδύθηκαν τα χρήματα, με αποτέλεσμα η ομάδα να μην παρουσιάσει την εικόνα που θα έπρεπε και τελικά να έρθει αυτός ο υποβιβασμός.
Ειλικρινά εύχομαι η ΑΕΛ να βρει ξανά τα πατήματά της, να επιστρέψει σύντομα στη μεγάλη κατηγορία και αυτή τη φορά να καταφέρει να εδραιωθεί εκεί, γιατί μια ομάδα με τέτοια ιστορία και τόσο δυναμικό κόσμο αξίζει να βρίσκεται σταθερά ψηλά και όχι να γίνεται «ασανσέρ» ανάμεσα στις κατηγορίες.»

Έχεις κάποια γούρια ή συγκεκριμένες συνήθειες που ακολουθείς πάντα πριν από τους αγώνες;
«Έχω κάποια συγκεκριμένα πράγματα που κάνω πάντα πριν από τους αγώνες και έχουν γίνει πλέον τα δικά μου καθιερωμένα τελετουργικά. Συνήθως το Σάββατο θα πάω στην εκκλησία για να ανάψω ένα κερί, κάτι που με ηρεμεί και με βοηθά να μπω στο κλίμα του αγώνα.
Την ημέρα του παιχνιδιού θα ξυπνήσω πάντα μια συγκεκριμένη ώρα και μόλις φτάσω στο γήπεδο ακολουθώ ακριβώς την ίδια διαδικασία. Βγάζω όλα τα πράγματά μου από τον σάκο, βγαίνω να περπατήσω το γήπεδο και στη συνέχεια επιστρέφω πρώτος στα αποδυτήρια για να ντυθώ. Πριν από κάθε αγώνα βάζω πάντα μύρο στα χέρια και στα πόδια μου, ενώ πάνω από τα γάντια μου έχω πάντα την εικόνα της Παναγίας.
Είναι μικρές συνήθειες που για μένα έχουν μεγάλη σημασία και με κάνουν να αισθάνομαι έτοιμος ψυχολογικά και πνευματικά πριν μπω στον αγωνιστικό χώρο.»
Ποια είναι η πρόβλεψή σου για Μουντιάλ που ξεκινάει σε λίγες ημέρες;
«Όσον αφορά το Μουντιάλ, είμαι ξεκάθαρα με την παρέα του Λιονέλ Μέσσι και πραγματικά μακάρι να καταφέρει να το σηκώσει για δεύτερη συνεχόμενη φορά. Είναι ένας ποδοσφαιριστής που έχει γράψει ιστορία και θα ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό να κλείσει έτσι ακόμη μία μεγάλη διοργάνωση.
Από εκεί και πέρα, δεν θεωρώ πως υπάρχει κάποιο ξεκάθαρο φαβορί για την κατάκτηση. Ίσως η Γαλλία να δείχνει ένα μικρό προβάδισμα λόγω ποιότητας και βάθους στο ρόστερ της, όμως σε τέτοιες διοργανώσεις όλα κρίνονται στις λεπτομέρειες και πάντα υπάρχουν εκπλήξεις.»
Ποιο ήταν τα ποδοσφαιρικό σου πρότυπο μεγαλώνοντας και ποιες ομάδες υποστηρίζεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;
«Το ποδοσφαιρικό μου πρότυπο ήταν πάντα ο Ίκερ Κασίγιας, ένας τερματοφύλακας που ξεχώριζε όχι μόνο για την ποιότητά του κάτω από τα δοκάρια, αλλά και για την προσωπικότητα και την ηγετική του παρουσία μέσα στο γήπεδο.
Στην Ελλάδα υποστηρίζω φυσικά την ΑΕΛ, μια ομάδα με τεράστια ιστορία και πολύ δυναμικό κόσμο, ενώ από το εξωτερικό είμαι φίλος της Μπαρτσελόνα, μιας ομάδας που πάντα μου άρεσε για τον τρόπο που αγωνίζεται και τη φιλοσοφία που έχει στο ποδόσφαιρο.»
*Ευχαριστούμε θερμά το καφέ PLATEA του Σωκράτη Παπασταθόπουλου για τη φιλοξενία στον υπέροχο χώρο του.
